Η πύλη εξόδου από τον λαβύρινθο της ύφεσης

Print Friendly

Untitled.001Στις μέρες που τα μνημονιακά μέτρα γίνονται μόνιμα και η προσαρμογή στους στόχους περισσότερο απότομη, η ανάγκη για ένα διαφορετικό δρόμο φαντάζει επιτακτική. Η αδράνεια και η ανικανότητα της κυβέρνησης να κλείσει την αξιολόγηση θα κοστίσει ακριβά στους Έλληνες, με τις παραγωγικές τάξεις της κοινωνίας να καλούνται να πληρώσουν το μεγαλύτερο και το πιο άδικο μέρος αυτού του λογαριασμού.

Ενώ μέχρι σήμερα το δημοσιονομικό κενό αντιμετωπίζονταν αφού διαπιστωθεί, πλέον θεωρούν δεδομένο ότι θα υπάρξει. Η προσεχής νομοθέτηση του δημοσιονομικού κόφτη προαναγγέλλει ουσιαστικά ότι το πρόγραμμα που έφερε η κυβέρνηση δε βγαίνει. Γιαυτό φρόντισαν στην πρόσφατη συμφωνία, να λάβουν προληπτικά μέτρα.

Η πραγματικότητα, είναι αμείλικτη. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές πολιτών και επιχειρήσεων προς το δημόσιο έχουν εκτοξευθεί κατά 17 δισ. επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων έχει μειωθεί και υπάρχει αύξηση της φτώχειας κατά 8%. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιλέγει να αυξήσει τη φορολογία αντί να προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, ευελπιστώντας πως θα εισπράξει περίπου 2.2 δισ. φόρων από τους πολίτες και άλλα 1.6 δισ. από την έμμεση φορολογία. Για να πιστεύει όμως κάποιος πως θα πετύχει αυτό το στόχο, πρέπει να έχει αυταπάτες.

            Δυστυχώς όμως για την κυβέρνηση, η αγορά δεν έχει αυταπάτες. Η υπερφορολόγηση και οι περικοπές όμως, δε μπορεί να αποτελούν αντίδοτο στην ύφεση, σε μια χώρα που έχει στεγνώσει από ρευστότητα. Η κυβέρνηση αποδεικνύει ότι είναι εκτός πραγματικότητας όταν επιλέγει να φορολογεί ανελέητα προκειμένου να πετυχαίνει τους στόχους του μνημονίου. Πρέπει άμεσα να στραφεί προς άλλες, περισσότερο ρεαλιστικές κατευθύνσεις, δίνοντας έμφαση στη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας.

Σε μια οικονομία που το 2015 είχε 25.052 λουκέτα σε επιχειρήσεις και 534 «μεταναστεύσεις» στο εξωτερικό είναι μάταιο να μιλάμε για έξοδο από την ύφεση, αν το λογαριασμό πληρώνουν κυρίως όσοι παράγουν και οι οποίοι στο τέλος οδηγούνται σε μαρασμό εξ’ αιτίας της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στα βάρη που τους φορτώνει το κράτος.

            Στην πράξη, η αποτυχία της κυβέρνησης να συναντήσει το ρεαλισμό οδηγεί σε μαζική φτωχοποίηση του συνόλου της κοινωνίας και στο κλείσιμο των επιχειρήσεων των πλέον παραγωγικών ομάδων. Η κατεύθυνση όμως πρέπει να είναι διαφορετική: αναδιανομή δαπανών προκειμένου να κατευθύνονται οι πόροι εκεί που θα πιάσουν τόπο, ανάκτηση της εμπιστοσύνης στην αγορά και σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος ώστε υπό προϋποθέσεις να οδηγηθούμε σε βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Κλειδί σ’ αυτή την πορεία είναι η επίσπευση όλων των διαρθρωτικών αλλαγών, προκειμένου η οικονομία μας να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική.

            Αντί λοιπόν να φορολογούν ότι υπάρχει, η λύση είναι να δημιουργήσουν τις συνθήκες για οικονομική ανάπτυξη. Αυτός είναι ο δρόμος και όχι η υπερφορολόγηση, η οποία ούτε δίκαιη είναι, αλλά ούτε και παράγει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Διότι ακόμη και αν οι δημοσιονομικοί στόχοι επιτευχθούν με τον ένα ή τον άλλο ανορθόδοξο τρόπο (βλ. δεσμεύσεις αποθεματικών, μη πληρωμή υποχρεώσεων δημοσίου κλπ), αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση πως θα έρθουν καλύτερες μέρες, ούτε ότι θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Το να πετυχαίνεις στόχους του μνημόνιου έχοντας ύφεση είναι σχεδόν μάταιο. Η πρόκληση για την κυβέρνηση της χώρας είναι να πετύχει το συντομότερο σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, χωρίς να παρεκκλίνει την ίδια στιγμή και από τους δημοσιονομικούς στόχους που έχει θέσει. Αντικειμενικά δύσκολος στόχος, όμως μία κυβέρνηση με φιλελεύθερο προσανατολισμό και συγκεκριμένο σχέδιο για την οικονομία και μπορεί και πρέπει να το πετύχει.

*  Άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών