ΑΡΘΡΟ | Η αποκατάσταση της ζημιάς.

Print Friendly

*Άρθρο μου στην εφημερίδα Νέα Σελίδα, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 05.01.2019

«Ανησυχείτε για την πορεία της οικονομίας;». Αυτή ήταν η ερώτηση που κλήθηκα να απαντήσω -περισσότερες φορές από κάθε άλλη- τη χρονιά που πέρασε. Και όχι άδικα. Είτε παρατηρεί κανείς τους οικονομικούς δείκτες, είτε απλά βλέπει τι συμβαίνει στο δικό του σπίτι, το συμπέρασμα είναι πάνω κάτω το ίδιο. Τα περιθώρια στενεύουν συνεχώς περισσότερο.

Η χώρα είναι έκτος αγορών. Αυτό σημαίνει πως αν εξαντληθούν τα διαθέσιμα με τα οποία πορεύεται σήμερα η Κυβέρνηση, θα χρειαστεί εξωτερικός δανεισμός. Και αυτή τη στιγμή φθηνός εξωτερικός δανεισμός δεν υπάρχει. Ο Πρωθυπουργός και το οικονομικό επιτελείο, έχουν ναρκοθετήσει το μέλλον της χώρας.

Συνηθίζουμε να λέμε πως οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια, όμως στην περίπτωση της οικονομικής πολιτικής των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, τα στοιχεία είναι καταιγιστικά. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος. Η αφορμή της προσφυγής μας στα μνημόνια, η απόδοση δηλαδή του 10ετούς ομολόγου είναι στο 4.37. Μ’ αυτή την απόδοση δε μπορούμε να βγούμε στις αγορές.

Την ίδια ώρα, η κατάσταση στην πραγματική οικονομία είναι δραματική. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία είναι πάνω από 103 δισ, εκ των οποίων, το 40% των χρεών αυτών, δημιουργήθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τα υπερπλεονάσματα εξοντώνουν κάθε υποψία ανάπτυξης. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθημερινά γίνονται 1.000 κατασχέσεις για χρέη στην Εφορία. 1.15 εκατ. οφειλέτες έχουν ήδη υποστεί μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ άλλοι 635.091 είναι στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης.

Στην αυγή του 2019, ένας στους δύο πολίτες οφείλει στην Εφορία, ενώ ούτε το ίδιο το κράτος είναι συνεπές στις πληρωμές του. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου φτάνουν τα 2.63 δισ. ευρώ, παρά τις διαβεβαιώσεις του Αναπλ.Υπουργού Οικονομικών πως θα έχουν εξοφληθεί πλήρως μέχρι τον περασμένο Αύγουστο.

Γίνεται αντιληπτό συνεπώς, πως τα νοικοκυριά έχουν εξαντλήσει κάθε έννοια φοροδοτικής ικανότητας και πλέον αναγκάζονται να υποβαθμίσουν το βιωτικό τους επίπεδο προκειμένου να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Η κατάσταση δείχνει να μη μπορεί να αντιστραφεί σύντομα. Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει στο ναδίρ. Σύμφωνα με τη μελέτη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ η χώρα μας είναι 87η ανάμεσα σε 137 χώρες, ενώ αντίστοιχη της Παγκόσμιας Τράπεζας, αποτυπώνει πτώση 14 θέσεων σε μόλις τρία χρόνια.

Η ίδια εικόνα όμως επικρατεί και στις χρηματοδοτήσεις. Οι τράπεζες έχουν πάψει ουσιαστικά να δανείζουν, ενώ η Κυβέρνηση δεν εκτελεί το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Ειδικότερα, για το 2017, από το 1 δισ. του εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, το οικονομικό επιτελείο των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ χρησιμοποίησαν μόλις τα 200 εκατ., με την εικόνα να είναι ίδια και το 2018. Παράλληλα, δισεκατομμύρια ευρωπαϊκοί πόροι από το ΕΣΠΑ 2014-2020 λιμνάζουν στα συρτάρια. Είμαστε 17οι σε δαπάνες και 22οι σε συμβασιοποιημένες δαπάνες ΕΣΠΑ 2014-2020, ενώ τρία χρόνια μετά την ψήφιση του αναπτυξιακού νόμου, είναι τρομακτικό πως ούτε ένα ευρώ δεν έχει φτάσει ακόμα στην πραγματική οικονομία.

Αν αθροίσει λοιπόν κανείς την ανικανότητα αυτή με την υπερφορολόγηση, αντιλαμβάνεται πως στην ουσία η ίδια η Κυβέρνηση υπονομεύει την ανάπτυξη. Και είναι πια προφανές πως οι κοινωνικές συνέπειες διογκώνονται, σε τέτοιο βαθμό πια, που δεν καλύπτονται ούτε με στρεβλά χριστουγεννιάτικα επιδόματα. Σήμερα, σύμφωνα με το σύστημα Εργάνη, η αναλογία πλήρους – μερικής απασχόλησης έχει αντιστραφεί. Πλέον το 60% των εργαζομένων απασχολούνται σε θέσεις μερικής απασχόλησης, έναντι 40% πλήρους απασχόλησης. Υπενθυμίζω πως το 2014, η αναλογία ήτα αντίστροφη, υπέρ της πλήρους απασχόλησης.

Αν διαβάσει κανείς την τελευταία Έκθεση του ΟΟΣΑ, αναφέρει πως μέχρι το 2020 ίσως τα νοικοκυριά επιστρέψουν στην κατάσταση που ήταν το 2014. Έχοντας να αντιμετωπίσει όμως αυτή την πραγματικότητα, η επόμενη Κυβέρνηση, έχει σίγουρα πολύ δρόμο μπροστά της για να το καταφέρει. Το μόνο βέβαιο, είναι πως αυτή η προσπάθεια θα ξεκινήσει πολύ σύντομα. Και σίγουρα δίχως τη συμμετοχή των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Το ζήτημα πια, θα είναι πόσο γρήγορα θα αποκαταστήσουμε τη ζημιά που έκαναν στη χώρα.